Τα διηγήματα

Λουλούδια στο παγκάκι
Η εικόνα του κοιμητηρίου με τον κιτρινωπό φωτισμό  γινόταν πιο απόκοσμη από όσο είναι η εικόνα ενός παλιού εγγλέζικου κοιμητηρίου με τις σκαλισμένες πέτρινες πλάκες που κάποιες έχουν γείρει, κάποιες άλλες έχουν σπάσει. Η εικόνα συμπληρωνόταν με τα ερείπια του παλιού εγκαταλελειμμένου αβαείου πίσω από το κοιμητήριο. Ένιωσα το χέρι της να σφίγγει το δικό μου. Την κοίταξα. Κατάλαβα πως την έπιασε μια ανατριχίλα.
Πάνος Κεχαγιόγλου

  
Στο βάθος, πρώτη πόρτα αριστερά
Ξύπνησα από έναν δυνατό για τα δεδομένα της νύχτας θόρυβο που προηγήθηκε ψιθύρων και πνιχτών χαχάνων – έτσι μου φάνηκε τουλάχιστον. Έσμιξα τα φρύδια σε μια προσπάθεια να διαχωρίσω το όνειρο από την πραγματικότητα και κοίταξα έξω. Ήταν ακόμα σκοτεινά, δεν είχε ξημερώσει. Εξάλλου ο ήχος δεν ανταποκρινόταν καθόλου σ’ αυτόν του απρόσεχτου αλλά μάλλον ηθελημένου κλεισίματος της ντουλάπας από τη μάνα μου ενώ τακτοποιούσε τα ρούχα μου κάθε πρωί. Ανακάθισα στο κρεβάτι τρίβοντας νωχελικά τα μάτια και αναζήτησα με το βλέμμα την αιτία της διακοπής του ύπνου μου. Μη βλέποντας κάτι, εκμεταλλεύτηκα την ευκαιρία για να πάω προς νερού μου. Χρειάστηκε η επιστράτευση κάθε ίχνους θέλησης για να πατήσω ξυπόλητη στα παγερά πλακάκια του πατώματος. Δεν είχα φυσικά ακολουθήσει τη συμβουλή της μάνας μου, χωρίς όμως να το μετανιώνω. Υποκύπτοντας εν τέλει στο ψύχος, έσκυψα ίσως για πρώτη φορά στην εξάχρονη ζωή μου, να βρω τις παντόφλες μου κάτω απ’ το κρεβάτι. Τότε τους είδα.
Άντρια Λουκαΐδου 


Η Άντα επανέρχεται
Τώρα ήταν πραγματικότητα ή όνειρο; Το φως δεν εμπόδισε αλλά γλύκανε την εικόνα που σχηματίστηκε μπροστά του. Η Άντα, η γλυκιά του, καθισμένη στην κουνιστή πολυθρόνα μπροστά στο σβησμένο τζάκι της κρεβατοκάμαρας, με το γνωστό λευκό φόρεμα και να λικνίζει στην αγκαλιά της ένα μωρό. Μια σκηνή τρυφερή μητρότητας, ένας πίνακας στοργής αναγεννησιακής τελειότητας, μέσα στο χαμηλό πορτοκαλί φως και την άυλη πραγματικότητα των μορφών. Απότομα άνοιξε την αγκαλιά της και παρουσίασε το βρέφος. Σοκαριστικός τρόμος, ξαφνικός, τον γέμισε. Το βρέφος ήταν ένα νεκρό ασχημάτιστο έμβρυο. Και τα μάτια της θυμωμένα, παραπονεμένα, γεμάτα δάκρυα, αντάμωσαν το δικό του τρομαγμένο βλέμμα.
Βάντα Γαλαζούδη 


Παρ' ολίγον φάντασμα
-Μπάμπη φίλε μου δεν μπορείς να φανταστείς πόσους έχω δει σαν και σένα, οι οποίοι μη μπορώντας να απαγκιστρωθούν από το παρελθόν, βρίσκονται κολλημένοι στο βούρκο της ανίας και της ατέρμονης αναμονής, παριστάνοντας τα φαντάσματα των ζωντανών. Αντίθετα περνώντας το κατώφλι τούτης δω της πόρτας, είσαι και πάλι ζωντανός. Από την άλλη πλευρά σε περιμένει μια νέα ζωή με ότι αυτό συνεπάγεται, με νέα όνειρα, με νέες αγάπες και συγκινήσεις και κυρίως με ένα νέο σφριγηλό και λειτουργικό σώμα, είπε ο Αρτ σχεδόν συνεπαρμένος, θαρρείς και μιλούσε για τον εαυτό του. »Όλα αυτά λοιπόν, εσύ τα πετάς στη φωτιά μιας αμφισβητούμενης εκδίκησης εναντίον δύο εραστών. Και λέω αμφισβητούμενης διότι, υπάρχει μεγαλύτερη εκδίκηση από το να αφήσεις δύο εραστές να υποστούν την φυσική και αναπόφευκτη φθορά του έρωτά τους; Πόσον καιρό μπορεί να διατηρηθεί ένας έρωτας; Το γνωρίζεις πολύ καλά ότι η αντίστροφη μέτρηση γι αυτούς τους δυο έχει ήδη αρχίσει.
Πάνος Καραδούκας


Αφύσικες ανταλλαγές...
Ξύπνησε απότομα, από την αναγγελία στα μεγάφωνα πως το τρένο αναχωρούσε από το Λιανοκλάδι με τελικό προορισμό την Αθήνα. Του φάνηκε πως κοιμήθηκε βαριά, είδε κι ένα παράξενο όνειρο. Τον αστυνόμο Δελή, μακαρίτη εδώ κι ένα μήνα από ανακοπή μέσα στο τρένο, αυτόν που τον στρίμωξε περισσότερο τότε, με την υπόθεση της Γιουγκοσλάβας. Κάθονταν εκεί στην είσοδο του κουπέ, έπαιζε το κομπολογάκι του και τον κοιτούσε κάπως επιτιμητικά, κάπως ειρωνικά, σαν να κρατούσε με το ζόρι ένα γέλιο… Κι έπειτα πλησίασε αργά τον Φάνη και τον ακούμπησε ελαφρά, γελώντας πάντα, στο μέρος της καρδιάς…
Μιχάλης Βιδιαδάκης


Εν αγνοία μου
Μετά από ένα μεγάλο κενό, άρχισαν οι ψίθυροι. Λόγια ακατάληπτα, ήχοι απόκοσμοι, λέξεις δίχως νόημα. Σταδιακά άρχιζαν να καθαρίζουν. Άκουγα ξεκάθαρα το όνομά μου, από φωνές γνώριμες αλλά και άγνωστες, κάποιες από αυτές εξαιρετικά τρομακτικές. Ξαφνικά ησυχία, πάλι κενό, πολύ μεγάλο αυτή τη φορά. Χαμένος και αβοήθητος έπεσα σε κάτι που θύμιζε βαθύ ύπνο.
Σοφία Ζάχου


Το μήνυμα
Κανείς άλλος δεν βρισκόταν εκεί. Δεν ξέρω πώς, αλλά ήμουν αρκετά σίγουρη για αυτό. Τα βήματά μου με οδήγησαν στην προσωρινή μου κατοικία εκείνες τις δύο μέρες. Δίστασα λίγο αλλά τελικά άνοιξα την πόρτα. Η ησυχία σε εκείνο το δωμάτιο ήταν πιο έντονη. Κανείς δεν ήταν εκεί. Ήμουν έτοιμη να κλείσω την πόρτα όταν παρατήρησα στην άλλη άκρη του δωματίου μια φιγούρα. Ήταν εκείνη η γυναίκα. Τα μάτια της ήταν γεμάτα παράπονο. «Ούτε εσύ θα με βοηθήσεις, έτσι δεν είναι; Γιατί κανένας δε με βοηθά; Γιατί κανένας δεν ακούει;»
Βάσια Αλτιπαρμάκη


 Αποχαιρετισμός
«Έχουν άραγε τη δική τους ψυχή τα κτίρια;» αναρωτήθηκε. «Πόσο τα σημαδεύει η μοίρα των ανθρώπων που τα κατοίκησαν, όλων αυτών που με λαχτάρα τα έντυσαν για σπιτικά τους και μετά … γίνανε ψυχές που αναχώρησαν γι’ αλλού…»
Μαρία Σειρηνοπούλου


Δραπέτης απ' τον θάνατο
Τώρα επιτέλους, κρατούσα αυτό το ντοκουμέντο στο χέρι μου. το αριστερό. η φωτογραφία, ή μάλλον οι φωτογραφίες, με έδειχναν καθαρά και εμένα και τον δολοφόνο μου. η λεζάντα κάτω από τις δυο φωτογραφίες έγραφε ότι τις φωτογραφίες τις τράβηξε η γυναίκα του γερουσιαστή. η πρώτη φωτογραφία έδειχνε στο κέντρο ένα κοριτσάκι πέντε περίπου χρονών ή νάνο σαράντα, εμένα δεν με ένοιαζε καθόλου. με ένοιαζε ο άλλος, δίπλα στο κοριτσάκι πέντε χρονών ή νάνο σαράντα χρονών. ήταν ο γερουσιαστής που κοίταζε το κοριτσάκι πέντε χρονών ή νάνο, όρθιος ή έχοντας μία κλίση, σαν να ετοιμαζόταν να σκύψει, ενώ στα δεξιά της φωτογραφίας, σε πρώτο πλάνο και κάπως θολά, διακρινόταν ένας άνδρας. εκείνο που μου τράβηξε αμέσως την προσοχή ήταν το παρδαλό πουκάμισο που φορούσε και ότι τα χέρια του τα είχε πίσω στην πλάτη. αριστερά της φωτογραφίας φαινόταν καθαρά το μπαρ, εκείνο που είχα πάει να αγοράσω τα τσιγάρα μου. αν δεν είχα πάει τώρα θα ζούσα και δεν θα έψαχνα για τον δολοφόνο μου.
Σταύρος Δαγτζίδης


Διάθλαση
Μια ριπή ψυχρού αέρα στο πρόσωπό της τη συνέφερε. Έπιασε σφιχτά την κουπαστή και άρχισε να κατεβαίνει αργά τα σκαλοπάτια. Το κάθε ένα έτριζε διαφορετικά. Φωνές που προσπαθούσαν να της διηγηθούν την ιστορία του σπιτιού, των ανθρώπων που έζησαν εκεί χρόνια πριν από αυτήν. Ολόκληρο το σπίτι ήταν γεμάτο από αυτές. Κραυγές που την προειδοποιούσαν πως τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται, πως το ψέμα βασιλεύει. Στάθηκε για μια στιγμή, έκλεισε τα αυτιά της με τα χέρια της και έσφιξε δυνατά τα μάτια της. 
Κατερίνα Σούρβου